ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ ΤΟ ΓΙΟΦΥΡΙ
Ένα από τα μνημεία της Άρτας, ξακουστό και θρυλικό είναι το περίφημο γεφύρι της.
Το γεφύρι της Άρτας το συναντούμε στον Άραχθο και στο δρόμο που βγαίνουμε προς τη Φιλιππιάδα. Πραγματικά πρόκειται για ασύγκριτο μνημείο αρχιτεκτονικής, αν λάβουμε υπ’όψη μας την εποχή που χτίστηκε, δηλαδή τότε που δεν υπήρχαν μηχανές, τσιμέντα κ.λ.π. Κατά τους ειδικούς, τα τόξα του και προπάντων το μεσαίο είναι εξαιρετικό έργο από άποψη τεχνικής.
Για την εποχή που χτίστηκε δεν υπάρχει ασφαλής μαρτυρία. Μερικοί ισχυρίζονται ότι χτίστηκε κατά τους προχριστιανικούς χρόνους. Άλλοι έλεγαν ότι χτίστηκε όταν ήταν πρωτεύουσα το δεσποτάτο της Ηπείρου και ίσως επί δεσποτάτου του Μιχαήλ Β΄. Βεβαιωμένο είναι ότι χτίστηκε με έξοδα ενός παντοπώλη που λεγόταν Θιακογιάννης Γατοφάγος. Τα χρήματα που χρειάστηκαν είχαν βρεθεί στον Γατοφάγο από μια τυχαία αγορά λαδιού. Εκείνο όμως που έκανε το γεφύρι αυτό θρυλικό είναι η παράδοση της ανθρωποθυσίας, δηλαδή για να θεμελιωθεί έπρεπε να θανατωθεί η γυναίκα του πρωτομάστορα.
Ο πατέρας της ελληνικής λαογραφίας Ν. Πολίτης λέει ότι ο θρύλος του γεφυριού της Άρτας είναι μία επιβίωση των δοξασιών που επικρατούσαν στους διάφορους λαούς, για να στεριωθεί και να προφυλαχτεί από κάθε κίνδυνο ένα χτίσμα, πρέπει στα θεμέλιά του να σφαχτεί ή να εντοιχιστεί ένα ζώο. Στα μεγάλα οικοδομήματα οι ελληνικοί μύθοι και οι βυζαντινές δοξασίες απαιτούν τη θυσία ανθρώπων. Την ελληνική αυτή παράδοση αποδέχτηκαν και άλλοι λαοί της Βαλκανικής.
ΤΟ ΓΕΦΥΡΙ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ
(Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ)
Μέσα από «της Άρτας το γιοφύρι» (το θρύλο), που έχει πανάρχαιες ρίζες και τον συναντάμε στη λαϊκή παράδοση και των άλλων βαλκανικών λαών για τα δικά τους γεφύρια, παρουσιάζεται ανάγλυφος ο αγώνας του ανθρώπου να τιθασεύσει τα στοιχεία της φύσης. Στον αγώνα αυτόν, στον οποίο καταθέτει χρόνο, μόχθο και πλούτη, έναν αγώνα γεμάτο πείσμα και διαψεύσεις, οδηγείται κάποτε στα όρια της απελπισίας μπροστά στην αντίσταση που συναντά. Σε αυτές τις περιπτώσεις στα παλιά χρόνια ο άνθρωπος δεν έχει άλλη επιλογή από το να καταφεύγει στον εξευγενισμό της φύσης με ξόρκια, φτάνοντας ακόμα και στη θυσία αγαπημένων προσώπων.
ΤΟ ΓΕΦΥΡΙ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ (Ο ΘΡΥΛΟΣ)
Εκατοντάδες χρόνια πριν, έξω από την Άρτα, οι άνθρωποι θέλησαν να γεφυρώσουν τον Άραχθο ποταμό. Ήταν μεγάλο και δύσκολο σε εκτέλεση έργο, αλλά συγχρόνως και μεγάλης κοινωνικής σπουδαιότητας. Για το έργο δούλευαν πολλοί και ονομαστοί για την τέχνη τους μάστορες και ακόμη περισσότεροι μαθητάδες. Αλίμονο όμως! Το γεφύρι το βράδυ γκρεμιζόταν. Απελπισία κυρίευσε τον πρωτομάστορα και όλους τους άλλους. Τη λύση την έδωσε ένα πουλί που με ανθρώπινη λαλιά είπε πως έπρεπε να θυσιαστεί στα θεμέλια η γυναίκα του πρωτομάστορα Το γεφύρι έπρεπε να στοιχειώσει. Το μαντάτο έριξε τον πρωτομάστορα σε βαθιά μελαγχολία. Η θέση του ήταν απελπιστική. Μπροστά όμως στο κοινό καλό έδωσε με βαριά καρδιά μήνυμα στο πουλί για τη καλή του να ετοιμαστεί αργά και να τους επισκεφτεί όσο πιο αργά γίνεται.
Η μοίρα όμως της γυναίκας ήταν προκαθορισμένη. Το πουλί αλλιώς τα μετέφερε και σύντομα η ανυποψίαστη γυναίκα βρέθηκε κοντά στον άντρα της και στους άλλους μαστόρους. Στην ερώτησή της γιατί είναι όλοι στενοχωρημένοι και ιδίως εκείνος, της απάντησαν πως έχασε το δαχτυλίδι του στα θεμέλια. Πρόθυμη αυτή κατεβαίνει να το βρει. Αμέσως μάστορες και μαθητάδες άρχισαν να τη χτίζουν ζωντανή. Τότε κατάλαβε τη μοίρα της. Ήταν η ίδια με των δύο άλλων αδερφών της που έχτισαν η μία τον Δούναβη και η άλλη τον Αυλώνα. Φοβερή κατάρα βγαίνει από το στόμα της για την τύχη της γέφυρας και για τους διαβάτες της. Οι εργάτες όμως της θυμίζουν ότι έχει ακόμη έναν αδερφό που μπορεί να διαβεί και να κινδυνέψει και αυτός. Η αδελφική αγάπη υπερισχύει κι αμέσως η κατάρα μετατρέπεται σε ευχή: Το γεφύρι να στεριώσει και να πετρώσει.